Τά ξεχασμένα κολαστήρια εξορίας -ένα φωτογραφικό προσκύνημα (βίντεο)

33832-ten«Κάρπαθος, Λέρος, Ικαρία, Γυάρος, Μακρόνησος, Τρίκερι, Χανιά, Κέρκυρα, Αϊ Στράτης, Αίγινα, Μυτιλήνη: μία περιήγηση στα ερείπια των κολαστηρίων της Μεταξικής Δικτατορίας, του Εμφυλίου, της Χούντας.

Κάποια απ’ αυτά τα κολαστήρια κατοικούνται ακόμη, ενώ στη θέση εκείνων που έκλεισαν άλλα καινούργια έχουν ανοίξει για να χωρέσουν τις ζωές των ηττημένων του καιρού μας»

Ορέστης Παναγιώτου – Λεωνίδας Δημακόπουλος
Αθήνα, Απρίλιος 2009

Ξεκίνησε σαν φωτογραφικό ταξίδι και κατέληξε σε ένα προσκύνημα που κράτησε πέντε χρόνια… Πρόκειται για το φωτογραφικό λεύκωμα – βιβλίο «Τόποι Εξορίας: ένα σημερινό βλέμμα» με φωτογραφίες των Λεωνίδα Δημακόπουλου και Ορέστη Παναγιώτου και που συνοδεύονται από την πένα του Πολυμέρη Βόγλη, του Γιώργου Μαργαρίτη, του Τάκη Μπενά, του Στρατή Μπουρνάζου και του Σταύρου Σταυρίδη από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

Γιατί οι δημιουργοί του αποφάσισαν να κάνουν το φωτογραφικό ταξίδι που κατέληξε σε προσκύνημα; Γιατί αξίζει να παρουσιαστούν αυτές οι φωτογραφίες; Ο Σταύρος Σταυρίδης φαίνεται να αναρωτιέται το ίδιο. «Τι δείχνουν τούτες οι εικόνες; Γιατί μας αφορούν; {…}Τι μπορεί να κάνουν τούτες οι εικόνες; Να αναπαραστήσουν το δράμα της Γυάρου ή της Μακρονήσου; Μάλλον όχι. Να δείξουν κάποια μέρει καταγράφοντας τα ίχνη μιας καταστρεπτικής φθοράς; Ίσως, αλλά και λοιπόν; Γιατί τούτα τα ίχνη αξίζει να παρουσιαστούν;». Την απάντηση δίνει μόνος του ο αναγνώστης απαντώντας στο τελευταίο ερώτημα του Σταύρου Σταυρίδη… «Μήπως πρόκειται όχι για φωτογραφίες – αναπαραστάσεις αλλά για φωτογραφίες σκέψεις;». Η απάντηση είναι ναι και βγαίνει αβίαστα απ’ όποιον δει το δραματικό ταξίδι που διηγούνται.

Στα «Μνημεία του πρόσφατου χθες», ο Γιώργος Μαργαρίτης, κάνει την ιστορική διαδρομή που αντικατέστησε τις φυλακές και τους τόπους εγκλεισμού και απομόνωσης, με μικρά «Νταχάου»… τη Μακρόνησο που αργότερα αντικαταστάθηκε από τον Αϊ – Στράτη και τη Γυάρο μόνο κατ’ όνομα…

…χώροι σημαδεμένοι από την ανθρώπινη παρουσία, όπως επισημαίνει ο Στρατής Μπουρνάζος, στο «Μισός αιώνας πολιτικής εξορίας στην Ελλάδα» ένα κείμενο γεμάτο σκέψεις για την ιστορική μελέτη και διαδρομή του φαινομένου της εξορίας στην Ελλάδα.

Μακρόνησος

 

«Ένας τόπος ακατοίκητος θα “κατοικηθεί” αποκλειστικά από τους εξόριστους πολίτες και οπλίτες για την “αναμόρφωση των οποίων” θα εφαρμοστεί ένα πρωτοφανές σχέδιο προπαγάνδας, ψυχολογικού πολέμου και βασανισμού. Το σχέδιο έχει δύο στόχους, έναν ομολογημένο, την επαναφορά των κρατουμένων στον “υγιή εθνικό κορμό” και έναν δεύτερο, ανομολόγητο, τη συντριβή τους, έτσι ώστε να καταστεί αδύνατον, μετά την απελευθέρωσή τους, να συνεχίσουν την πολιτική τους δράση» («Η ιδιαιτερότητα της Μακρονήσου» – Στρατής Μπουρνάζος)

«Ένστολοι άντρες είχαν αναλάβει την αναμόρφωση των γυναικών. Η “υποδοχή” στη Μακρόνησο από το πλήθος των συγκεντρωμένων ένστολων ανδρών προκαλούσε φόβο και ανασφάλεια στις εξόριστες γυναίκες. Ήταν μία μορφή ψυχολογικής βίας για να τρομοκρατηθούν και να πάψουν να σκέφτονται με όρους συλλογικότητας».
(«Από τον έναν τόπο στον άλλο» – Πολυμέρης Βόγλης)

Γυάρος

«Η γνωριμία μου με “τη νήσο Γυάρο” ήτανε τραυματική. Πάνω σε αυτό το ερημικό νησί, που ποτέ του δεν απόκτησε μόνιμους, ένα νησί χωρίς χώμα…πάνω σε αυτό το διαβολονήσι που ονομάστηκε εύλογα “το Νταχάου της Ελλάδας”, στέκεται μονάχα ένα απάνθρωπο κτίριο, που το χτίσανε οι σκλάβοι πολιτικοί κρατούμενοι του Εμφυλίου, στα χρόνια 1947 – 1949…» («Μία αλλιώτικη μαρτυρία για το Αιγαίο» Τάκης Μπενάς)


ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ – ΓΥΑΡΟΣ

Τά νησιά του μαρτυρίου

Η Μακρόνησος και η Γυάρος έχουν καταγραφεί στη νεότερη ελληνική ιστορία ως τόποι εξορίας και βασανισμού χιλιάδων πολιτικών κρατουμένων, με στόχο την «εθνική αναμόρφωση» τους, δηλαδή τη βίαιη αποκήρυξη των ιδεών τους και την απάρνηση της αγωνιστικής τους ιστορίας.

Χαρακτηρίστηκαν κολαστήρια, κάτεργα, εξοντωτήρια, νησιά του διαβόλου. Αποτελούν μαύρη κηλίδα στον πολιτισμό της σύγχρονης Ελλάδας.

Η ίδρυση και η λειτουργία των στρατοπέδων συγκέντρωσης στα δύο αυτά άνυδρα και ακατοίκητα νησιά αποτέλεσε πρόκληση, όχι μόνο προς τα αισθήματα και τους αγώνες του ελληνικού λαού, αλλά και προς ολόκληρο τον φιλελεύθερο κόσμο που πάλεψε για να συντριβεί ο φασισμός και οι απάνθρωπες μέθοδοι του.

Ήταν Άνοιξη του 1947, όταν ιδρύθηκαν τρία στρατόπεδα: της Μακρονήσου για τους στρατεύσιμους κομμουνιστές, της Γυάρου για τους φυλακισμένους και του Τρίκκερι για τις γυναίκες.

Η Μακρόνησος, όπως το λέει και το όνομα της, είναι ένα μακρόστενο νησί. Διοικητικά υπάγεται στην Κέα (Τζια). Βρίσκεται απέναντι από το Λαύριο. Εκεί τον Απρίλιο του 1947 μεταφέρθηκαν οι πρώτοι εννέα φαντάροι. Στρατωνίστηκαν σ’ έναν τόπο άγριο, χωρίς νερό, χωρίς δέντρα, μόνο με βράχια. Σ’ αυτό το φυσικό τοπίο αντίκρισαν ακόμα και ταφόπλακες: ήταν τα μνήματα αιχμαλώτων του Βαλκανικού Πολέμου, που το 1912 είχαν περιοριστεί εκεί και πέθαναν.

Όμως αυτές οι συνθήκες διαβίωσης των πρώτων ημερών αποδείχτηκαν «παράδεισος» μπροστά οτα όσα θα ακολουθούσαν.

Το Φθινόπωρο του 1947, καθώς φούντωνε ο Εμφύλιος Πόλεμος, βρίσκονταν ήδη οτο νησί περισσότεροι από 10.000 εκτοπισμένοι, στρατιώτες και υπαξιωματικοί. Δημιουργήθηκαν τρία τάγματα σκαπανέων, το Α’ Ειδικό Τάγμα Οπλιτών (ΑΕΤΟ), το ΒΕΤΟ και το ΓΕΤΟ. Από το Καλοκαίρι του 1946 οι οπλίτες καλούνταν να απαντήσουν στο ερώτημα, αν ήταν Έλληνες ή όχι. Και όταν ανυποψίαστοι απαντούσαν «ναι», τότε τους ζητούσαν να υπογράψουν δήλωση με την οποία θα αποκήρυσσαν τα φρονήματα τους, το ΕΑΜ -ΕΛΑΣ, το ΚΚΕ και τις «παραφυάδες του».

Το κουβάλημα της πέτρας, το μαρτύριο της πείνας και της δίψας, οι άγριοι ξυλοδαρμοί κάποτε μέχρι θανάτου, βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη. Η ζωή και οτα τρία τάγματα ήταν ανυπόφορη. Αλλά επειδή στο ΓΕΤΟ, που βρισκόταν οτη νοτιοδυτική άκρη της Μακρονήσου, είχαν απομονωθεί οι «πλέον επικίνδυνοι», εκεί τα βασανιστήρια ήταν ακόμα πιο σκληρά.

Να όμως που τα αιματηρά γεγονότα της 29ης Φεβρουαρίου και της 1ης Μαρτίου του 1948 ξέσπασαν στο ΑΕΤΟ. Και αυτό δεν ήταν καθόλου τυχαίο. Σ’ εκείνο το τάγμα η ζωή κυλούσε σχετικά ήρεμα. Επρεπε, λοιπόν, με βίαιο τρόπο να καμφθούν οι κρατούμενοι για να κατατρομοκρατηθεί το στρατόπεδο και να αποσπαστούν μαζικά δηλώσεις μετανοίας.

Οι 4.500 στρατιώτες του ΑΕΤΟ οδηγήθηκαν την Κυριακή 29 Φεβρουαρίου οε υποχρεωτικό εκκλησιασμό, που τον ακολούθησε ένα πατριωτικο-θρησκευτικού περιεχομένου κήρυγμα. Και ξαφνικά δόθηκε στους φρουρούς το σύνθημα από τους αλφαμίτες (Α.Μ. είναι τα αρχικά των λέξεων Αστυνομία Μονάδας) να χτυπήσουν στο ψαχνό.

Μετρήθηκαν 17 νεκροί και 61 σοβαρά τραυματίες, ενώ άλλοι 155 συνελήφθησαν για να παραπεμφθούν στα Στρατοδικεία σαν πρωταίτιοι. Η «εκκαθάριση» συνεχίστηκε και την επομένη. Αυτόπτες μάρτυρες έκαναν λόγο 200 νεκρούς.

Η Μακρόνησος έγινε έδρα των Στρατιωτικών Φυλακών Αθηνών (Σ.Φ.Α. στην αρχή, Σ.Φ.Μ. στη συνέχεια) και του Οργανισμού Αναμορφωτηρίων Μακρονήσου (Ο.Α.Μ.). Στις Φυλακές κλείστηκαν υπόδικοι των Στρατοδικείων, αξιωματικοί του ΕΛΑΣ, αλλά και της Μέοης Ανατολής που είχαν πάρει μέρος στο Κίνημα του Απριλίου 1943. Στα Αναμορφωτήρια μεταφέρθηκαν εξόριστοι από τη Γυάρο, εκτοπισμένες γυναίκες από το Τρίκκερι, έφηβοι και γέροι από πόλεις και χωριά.

Ανατριχιαστικής σύλληψης τρόποι βασανισμού εφαρμόστηκαν: το κλείσιμο οτο σακί με μια γάτα και το πέταγμα στη θάλασσα, το θάψιμο ζωντανών, το οδυνηρό σφίξιμο των γεννητικών οργάνων.

Ένας από τους μάρτυρες της Μακρονήσου ήταν ο Δημήτρης Τατάκης, πλοίαρχος του ελληνικού εμπορικού ναυτικού. Επί δεκατέσσερις μήνες υπέστη όλη την κλίμακα των βασανιστηρίων, των στερήσεων και των δοκιμασιών. Υπέμεινε για τριάντα τρεις ολόκληρες μέρες το μαρτύριο της ορθοστασίας. Ούτε νερό δεν του έδιναν οι βασανιστές του.

Η ζωή και ο θάνατος του Δημήτρη Τατάκη, καθώς και άλλων ανυπότακτων, συντέλεσαν στην κινητοποίηση της ελληνικής και της διεθνούς κοινής γνώμης για την κατάργηση του στρατοπέδου της Μακρονήσου. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που γράφτηκε σε αθηναϊκή εφημερίδα της εποχής: «Η Μακρόνησος κατεδικάσθη από τις ανοικτες πληγες των παραμορφωθέντων, από τους; σταυρούς που υπάρχουν εις το μνήμα του Τατάκη και των άλλων τραγικών θυμάτων».

Γεγονός είναι ότι η εφαρμογή σκληρών βασανιστηρίων σε βάρος κρατουμένων και κυρίως εκείνων που δεν δέχονταν να υπογράψουν δήλωση αποκήρυξης του κομμουνισμού, οι απαράδεκτες για πολιτισμένο κράτος συνθήκες διαβίωσης, η εξευτελιστική για τους κρατούμενους συμπεριφορά των φυλάκων αξιωματικών και υπαξιωματικών, αναγνωρίστηκε αργότερα από τους ίδιους τους εμπνευστές και υμνητές του στρατοπέδου, ότι αποτελεί στίγμα για την πολιτική και στρατιωτική ιστορία της Ελλάδας.

Ο ίδιος ο αρχιστράτηγος του Εμφυλίου Πολέμου, ο Αλέξανδρος Παπάγος, αναγνώρισε την ανάγκη κατάργησης της Μακρονήσου. Παρέλαβε άκρως απόρρητη έκθεση φίλου του και τον Απρίλιο του 1950 την απέστειλε στον τότε πρωθυπουργό Νικόλαο Πλαστήρα. Τον Ιούνιο του 1950 καταργήθηκαν τα αναμορφωτήρια και απολύθηκαν 1.000 κρατούμενοι.

Για τους άλλους 23.000 έγκλειστους και για τους κρατούμενους σε άλλους τόπους εξορίας, χρειάστηκε να περάσει ακόμα καιρός.
Όσο για τη Γυάρο, είχε χρησιμοποιηθεί σαν τόπος εκτόπισης πολιτικών εξόριστων ήδη από τους ρωμαϊκούς χρόνους. Η διαμονή εκεί θεωρείτο και ήταν πράγματι αληθινό κολαστήριο.
Η Γυάρος ή Πούρα βρίσκεται απέναντι και δυτικά από το στενό θαλάσσιο πέρασμα που χωρίζει την Άνδρο από την Τήνο. Από το 1912 ενώθηκε διοικητικά με τον Δήμο της Άνω Σύρου. Μετά το 1930, αλλά κυρίως κατά την περίοδο της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου άρχισε η χρησιμοποίηση της Γυάρου ως τόπου περιορισμού των πολιτικών κρατουμένων. Την εποχή του Εμφυλίου Πολέμου (1946 -1949) ο αριθμός των κρατουμένων σε φυλακές, που κατασκεύασαν οι ίδιοι, έφτασε τους 7.163.
Η Γυάρος παρέμεινε τόπος περιορισμού των πολιτικών κρατουμένων μέχρι το 1961. Στη συνέχεια τα κτίρια παραδόθηκαν στο Γενικό Επιτελείο Ναυτικού για να τα χρησιμοποιήσει σαν αποθήκες. Τότε η περιοχή γύρω από το νησί χαρακτηρίστηκε απαγορευμένη.
Με την εγκαθίδρυση του στρατιωτικοφασιστικού καθεστώτος της 21ης Απριλίου του 1967, η Γυάρος ξανα λειτουργησε για τον εκτοπισμό χιλιάδων αντιπάλων του καθεστώτος. Οι τελευταίοι κρατούμενοι εγκατέλειψαν το νησί τον Ιούλιο του 1974, μετά την πολιτική αλλαγή.


 

Στις εκλογές του 1952 η Γυάρος κλείνει. Οι κρατούμενοι εκείνη την εποχή υπολογίζονταν σε 5426. Οι συνθήκες ήταν ακόμα και τότε απάνθρωπες. Οι κρατούμενοι μοιράζονταν κατά ομάδες των 4ων το ίδιο κελί ή την ίδια σκηνή (Το 1951 τα κρατητήρια ήταν υπερπλήρη). Το φαγητό που παρέχονταν στους κρατούμενους προέρχονταν από τα ζωάλευρα και τις ζωοτροφές που εισάγονταν από τις ΗΠΑ ενώ το αλεύρι για το ψωμί ήταν τόσο ανεπαρκές που πολλές φορές ζυμώνονταν μαζί με πριονίδι. Έτσι το 1952 η Γυούρα κλείνει. “Στην Γυούρα κρατούνται περί τους 5426 κρατούμενους σε συνθήκες που δυσφημούν την χώρα μας στον πολιτισμένο κόσμο” τα λόγια αυτά ανήκουν στον τότε υπουργό δικαιοσύνης Δημήτριο Σπυρόπουλο.
Στις 21 Απριλίου του 1967, η ασθενής ελληνική δημοκρατία τοποθετείται στον γύψο. Ήδη από την πρώτη εκείνη ημέρα κομμουνιστές και δημοκρατικοί πολίτες συλλαμβάνονται σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια.
Στο χωριό της Αμφιλοχίας δύο καμιόνια θα συλλάβουν μερικούς γερόντους και τα μέλη της ΕΔΑ. Ελάχιστοι θα ξαναγυρίσουν πίσω. Όταν η δικτατορία συνέλαβε τον Νικόλαο Διαμάντη, στο φτωχικό μας τραπέζι είχε φακές. Εκείνος τους είδε από την λόντζα και ετοίμασε αμίλητος τον σάκο. Δεν απόσωσε το φαγητό του. Στην πλατεία του χωριού μια γυναίκα ξεπετάχτηκε από το μανάβικό της, το φρόνημά της άσπιλο, βασιλικιά. “Τι τους πήρατε πάλι μωρέ” ούρλιαξε στους χωροφύλακες, “Τούτοι είν’ οι καλύτεροι άνθρωποι”. Μερικά πορτοκάλια μπήκαν από τα χέρια της στους σάκους των κρατουμένων, του παππού μου του έδωσε δύο. Αυτή μονάχα αντέδρασε από ένα πλήθος εκατοντάδων που αν είχε πετάξει από μια μονάχα πέτρα, θα είχε θάψει κάθε στρατηγό και χωροφύλακα κάτω από βουνά. Έτσι η Γυούρα ξανάνοιξε και η Ελλάδα μπήκε στον γύψο.
Η δικατατορία από τις πρώτες ημέρες αγωνιούσε να παρουσιάσει τις εξορίες σαν τόπο αναψυχής. “Σήμερων εμεταφέρθησαν 756 εκτοπισθέντες και σταδιακά θα μεταφερθούν από 1500 ημερισίως έως το νούμερο των 7000, ούτο δια να συμπληρωθούν αι εγκαταστάσεις εις την νήσον δια την ανοτέραν διαβίωσιν των μεταφερθέντων”, μας πληροφορεί ο αντιστράτηγος της χωροφυλακής Ανδρικόπουλος.
Αργότερα ο Στυλιανός Παττακός θα επισκευθεί το νησί με την συνοδία του υπουργού δημοσίας τάξης Τοτόμη και εκεί περιχαρείς οι δικτάτορες θα διαπιστώσουν: “Αι συνθήκαι των μεταφερθέντων είναι καλαί και βελτιούνται συνεχώς”. Τα δέματα για τους κρατούμενους δεν γίνονται δεκτά δεδομένου, όπως μας πληροφορεί και ο δικτάτορας Παττακός, ότι οι κρατούμενοι δεν έχουν ανάγκη από τίποτε.
Οι συνθήκες φυσικά είναι παντελώς διαφορετικές. Στερήσεις, κακουχία και καθημερινοί ξυλοδαρμοί.
Το συσσίτιο αρκεί και για έναν βασιλιά :
ΔΕΥΤΕΡΑ: Φασόλια σούπα 140 γρ., ρέγγα 200 γρ., χόρτα ραδίκια ή κουνουπίδι 400 γρ. ελιές 50 γρ.
ΤΡΙΤΗ: Κιμάς κατεψυγμένος 120 γρ., μακαρόνια 85 γρ., 2 αυγά
ΤΕΤΑΡΤΗ: Ρύζι σούπα 80 γρ., συκώτι κατεψυγμένο 80 γρ., τυρί φέτα 50 γρ.
ΠΕΜΠΤΗ: Φασολάκια κονσέρβα 300 γρ., σαρδέλες παστές 50 γρ., χαλβάς 100 γρ.
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ: Φακές σούπα 140 γρ., ελιές 50 γρ., πατάτες βραστές 400 γρ., λεμόνι ένα.
ΣΑΒΒΑΤΟ: Μπάμιες κονσέρβα 300 γρ., φυτικό βούτυρο ½ πακέτο, κομπόστα 200 γρ.
ΚΥΡΙΑΚΗ: Κρέας βραστό 150 γρ., μακαρόνια 85 γρ., δύο αυγά, τυρί κεφαλίσιο 60 γρ
«Το πρωινόν ρόφημα, αποτελούμενον εκ τεΐου, ενισχύεται ενίοτε εκ γάλακτος εβαπορέ ή συμπεπυκνωμένου, το δε γεύμα ή το δείπνον διά φρούτου, χυμών ή μαρμελάδας».
Ακολουθεί η πολιτική του αποπροσανατολισμού:

Το μπλέξιμο με τους αριθμούς των μεταφερόμενων στη Γυάρο είναι χαρακτηριστικό. Σε επίμονες ερωτήσεις των ξένων ανταποκριτών, ο Παπαδόπουλος απέφευγε να αναφέρει σαφή αριθμό φυλακισμένων και εκτοπισμένων. «Δεν έχω λογιστήν διά να παρακολουθεί τας προσθαφαιρέσεις των κρατουμένων» (10/4/70). Σκοπός της χούντας ήταν να εμφανίσει μειωμένο το συνολικό αριθμό των εκτοπισμένων, προκειμένου να καθησυχάσει τη διεθνή κοινή γνώμη, αλλά ταυτόχρονα έπρεπε να στέλνει και το τρομοκρατικό της μήνυμα προς το εσωτερικό.

Ο Παττακός αναφέρει 20 μέρες μετά το πραξικόπημα ότι μεταφέρθηκαν 6.138 άτομα στη Γυάρο. Οι αναφορές του Τύπου είναι βέβαια όλες θετικές. Ως είδηση αναφέρεται μόνο η απόλυση κρατουμένων και όχι η μεταφορά τους στο νησί: «Απολύονται οι υπερήλικες και οι ανάπηροι» (11/5/67), «Απολύονται 200 κρατούμενοι της Γυάρου» (16/5/67), «Απελύθησαν 250 περίπου κρατούμενοι της Γυάρου» (17/5/67), «Χιλιάδες εκ των κρατουμένων θ’ απολυθούν από την Γυάρον» (23/5/67), «Επανήλθον 270 απολυθέντες από την Γυάρον» (25/5/67), «Θα απολυθούν αύριον 600 ακόμη κρατούμενοι, ενώ έχουν ήδη αφεθεί ελεύθεροι 1.260 συνολικώς» (5/6/67), «800 ακόμη ήλθον εις τον Πειραιά. 3.300 κρατούμενοι της Γυάρου έχουν απολυθή μέχρι στιγμής» (19/6/67).  Από τα νούμερα βέβαια πολλά είναι πλασματικά και άλλα είναι παραφουσκωμένα, έτσι η αντικειμενική επισκόπηση της κατάστασης είναι εντελώς αδύνατη.

Λίγο πριν από τη συμπλήρωση ενός χρόνου από το πραξικόπημα ο Παπαδόπουλος εξηγεί για ποιο λόγο δεν πρόκειται οι εκτοπισμένοι της Γυάρου να περιληφθούν στην αμνηστία που είχε υποσχεθεί τα Χριστούγεννα: «Είπον σαφώς τότε, ότι η Κυβέρνησις απεφάσισε να αμνηστεύση. Δεν ξεύρω ποίοι από σας είσθε νομικοί, εγώ δεν είμαι. Εν πάση περιπτώσει, οι νομικοί, οι οποίοι πάντως είναι απαραίτητοι, λέγουν ότι αμνηστεύεται αδίκημα ή παύει η ποινική δίωξις επί αδικήματος δια το οποίον εκκρεμεί δίκη. Εγώ, λοιπόν, εξήγγειλα αμνηστίαν – και η αμνηστία ανεφέρετο επί ωρισμένων κατηγοριών εγκληματιών. Αφέθησαν όντως όσοι ημνηστεύθησαν διά τα αδικήματά των ελεύθεροι. Οι περί ων αναφέρεσθε, οι οποίοι αποτελούν και την πεμπτουσίαν του κομμουνισμού, δεν είναι σήμερον κατάδικοι ή υπόδικοι. Είναι βάσει νόμου του κράτους υπό περιορισμόν της ελευθερίας των διοικητικόν, περιορισμόν καλυπτόμενον υπό αποφάσεως αρμοδίας κατά νόμον Δικαστικής Επιτροπής. Εξ αυτών έχουν παραμείνει υπό περιορισμόν όσοι δεν δέχονται να δηλώσουν, ότι δεν πρόκειται να λάβουν τα όπλα κατά της πατρίδος».

Από την χουντική προπαγάνδα, που και ο Γκαίμπελς θα ζήλευε δεν λείπουν φυσικά και οι μαρτυρίες των «ικανοποιημένων» ή και «ενθουσιασμένων» κρατουμένων.

Από τις πρώτες μέρες του πραξικοπήματος αρχίζουν να δημοσιεύονται στον Τύπο πανομοιότυπες ευχαριστήριες δηλώσεις απολυομένων της Γυάρου. Απευθύνονται όλες στον Παττακό. Αντιγράφουμε δύο στην τύχη. Η πρώτη είναι από την Παραμυθιά της Θεσπρωτίας: «Αφιχθείς εκ Γυάρου εκφράζω υμετέραν εξοχότητα θερμάς ευχαριστίας δι’ εξαίρετον μεταχείρισιν και αρίστην διαβίωσιν. Τα περί του αντιθέτου είναι συκοφαντίαι των εχθρών της Πατρίδος. Διαβεβαιώ υμάς ότι θα εργασθώ αόκνως υπέρ ευοδώσεως έργου Εθνικής μας Κυβερνήσεως» (5/6/67). Η δεύτερη δήλωση προέρχεται από την Πάτρα: «Αφιχθείς εκ Γυάρου εκφράζω υμετέραν εξοχότητα θερμάς ευχαριστίας δι’ εξαίρετον μεταχείρισιν και αρίστην διαβίωσιν. Τα περί του αντιθέτου είναι όλα συκοφαντίαι των εχθρών της Πατρίδος μας. Διαβεβαιώ υμάς ότι θα εργασθώ αόκνως υπέρ ευοδώσεως έργου Εθνικής μας Κυβερνήσεως» (9/6/67)

Αυτές οι  «αυθόρμητες δηλώσεις» επιτρέπουν στον ειδεχθή στρατηγό Παττακό να φτάνει στα όρια της υπερβολής: «Οι εκτοπισθέντες», δηλώνει στις 6/6/67 προς τους ξένους δημοσιογράφους, «διερωτώνται διά ποίον λόγον τους φέρονται τόσον καλά και οι εξ αυτών ‘σκληροί’ ανησυχούν και διαμαρτύρονται διότι πάντα ταύτα άγουν πολλούς συντρόφους των εις το να τάσσωνται με την πλευράν των νομιμοφρόνων Ελλήνων, αποσπώμενοι από την γραμμήν του κόμματός των».

Φυσικά παρά τα διεθνή αιτήματα του δημοσιογραφικού κόσμου σε κανένα πρακτορείο δεν επιτρέπεται η επίσκεψη στο νησί. Το επιχείρημα των δικτατόρων αστείο: “Οι κομμουνιστές θα σας παρουσιάσουν μια ολότελα διαστρεβλωμένη κατάσταση από την υπαρκτή, αφού ήταν και παραμένουν εχθροί της πατρίδας”. Παράλληλα η Χούντα ξεκινά το γκρέμισμα ενός άλλου “Νέου Παρθενώνα” του στρατοπέδου της Μακρονήσου. Μονάχα ένα γερμανικό αεροπλάνο τύπου Στερν, ναυλωμένο από το περιοδικό “Παρί Ματς” θα καταφέρει με μια επικίνδυνη πτήση να φωτογραφίσει την αθλιότητα της Γυάρου. Οι φωτογραφίες θα σοκάρουν και θα κλονίσουν την Ευρώπη και τον κόσμο. Παρόλα αυτά δεν θα λείψουν και οι δήθεν σοβαροί δημοσιογράφοι παγκοσμίως, που θα σπεύσουν να ταυτιστούν ολοκληρωτικά με την γραμμή πλεύσης της Χούντας. Τρανταχτό παράδειγμα αποτελεί ο γνωστός  μαυραγορίτης της Κατοχής Nίκολας Γκέιτζ (Νικόλαος Γκατσογιάννης) της Νιού Γιορκ Τάιμς που θα σπεύσει να πει για τους κρατούμενους της Γυάρου “Μα τους φέρονται σαν να βρίσκονται σε ξενοδοχείο”.

Οι μοναδικοί «δημοσιογράφοι» που εξασφάλισαν την άδεια της χούντας να επισκεφτούν και να περιγράψουν το κάτεργο της Γυάρου ήταν δύο στελέχη του «Κόμματος 4ης Αυγούστου», έμπιστοι του φασιστοειδούς που ακούει στο όνομα  Κώστας Πλεύρης και ο οποίος τότε ήταν έμπιστο σκυλί του στρατηγού Λαδόπουλου. Ο Σπύρος Μανωλόπουλος, «περιφερειακός διοικητής Θεσσαλονίκης» της οργάνωσης του Πλεύρη και ο Πολύδωρος Δάκογλου, στέλεχος της ηγεσίας και ιδρυτής μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας του χουντικού ΕΝΕΚ.

Οι δυο «δημοσιογράφοι» παρέμειναν «επί ικανόν χρονικόν διάστημα» στη Γυάρο και, από ό,τι λένε οι ίδιοι, περιτριγύριζαν το στρατόπεδο ελεύθερα, μιλούσαν με όποιον φυλακισμένο επιθυμούσαν και επικοινωνούσαν με τον διοικητή όποτε ήθελαν. Δεν είναι σαφές με ποια ακριβώς ιδιότητα βρέθηκαν στη Γυάρο για τόσο μεγάλο διάστημα οι δυο νεαροί χουντικοί: του επισκέπτη, του πληροφοριοδότη των αρχών, του δεσμοφύλακα; Το σίγουρο είναι ότι το αποτέλεσμα της έρευνάς τους δημοσιεύτηκε στην φιλοναζιστική εφημερίδα «4η Αυγούστου» (αρ. φύλλου 38, Σεπτέμβριος 1967) με τίτλο «Αποκλειστικόν ρεπορτάζ 4ης Αυγούστου: Γυάρος». Οι συντάκτες δεν παραλείπουν να τονίσουν την μοναδικότητα: Copyright by “4 August”. Το κείμενο υπογράφει μόνο ο Μανωλόπουλος, αλλά στην εισαγωγή αναφέρεται και ο Δάκογλου.

Οι δύο «δημοσιογράφοι» ξεκαθαρίζουν εξαρχής ότι τα μόνα δημοσιεύματα για τη Γυάρο, τα οποία θεωρούν αξιόπιστα είναι «άι δηλώσεις των υπουργών Δημοσίας Τάξεως και Εσωτερικών κ.κ. Τοτόμη και Παττακού, ως και του γ.γ. του υπουργείου Δημοσίας Τάξεως Συνταγματάρχου κ. Ιωάννου Λαδά, οι οποίοι επανειλημμένως επεσκέφθησαν την νήσον και ούτω έχουν ιδίαν αντίληψιν της καταστάσεως».

Για τους δυο φανατικούς θαυμαστές των ολοκληρωτικών καθεστώτων η Γυάρος «έχει εντελώς ιδιάζουσαν μορφήν, πολύ ολίγον ομοιάζουσαν με στρατόπεδον πολιτικών κρατουμένων». Τους θυμίζει κατασκήνωση του υπουργείου Παιδείας! Οι φυλακισμένοι περνούν ζωή και κότα, με μπάνιο, φαΐ και καλοπέραση. Οι εγκαταστάσεις κατά τεταρταυγουστιανούς είναι άνετες και οι παροχές πλουσιοπάροχες. Στην καντίνα υπάρχουν τα πάντα: «από τσιμπιδάκια μέχρι μαγιό ελάνκα, και από τσιγάρα μέχρι παγωμένα αναψυκτικά».

Εκεί που αρχίζει να βρομάει λίγο η αντικειμενικότητα του ρεπορτάζ, είναι όταν εμφανίζονται οι ίδιοι οι κρατούμενοι να κάνουν δίαιτα: «Αρχικώς έκαστος κρατούμενος εδικαιούτο 500 γραμμάρια άρτου ημερησίως. Επειδή όμως η ποσότης ήτο μεγάλη, η Φρουρά, τη αιτήσει και τη υποδείξει των κρατουμένων, το περιώρισεν εις 400 γραμμάρια». Για να απαντήσουν στις κατηγορίες περί βασανιστηρίων, οι συντάκτες διατυπώνουν την πεποίθησή τους ότι …παχαίνουν: «Όλοι έχουν παχύνει περί τα 3-4 κιλά».

Οι ανταποκριτές του Πλεύρη περιγράφουν την καθημερινότητα των φυλακισμένων: «Παιχνίδια και γέλια με την θάλασσαν, βουτιές και ‘πατητές’, ηλιοκαμένα σώματα και κρέμες προστατευτικές διά την ηλιοθεραπείαν. Οι όρμοι το πρωί έχουν την εικόνα πλαζ. Οι κρατούμενοι κάνουν ηλιοθεραπείαν, γυμναστικήν ή κολυμβούν. Πολλοί εξ αυτών διαθέτουν αναπνευστήρας, βατραχοπέδιλα και όπλα δι’ υποβρύχιον ψάρεμα, εις το οποίον επιδίδονται ελευθέρως. Η νήσος έχει άφθονον ψάρι και δεν είναι λίγοι εκείνοι, οι οποίοι γυρίζουν εις τους θαλάμους των με το δίχτυ των γεμάτο» Οι εικόνες είναι γελοιωδέστατες και χαρακτηριστικό παράδειγμα χουντικής προπαγάνδας.

Αλλά και η συμπεριφορά των δεσμοφυλάκων είναι -κατά τους τεταρταυγουστιανούς- υποδειγματική. Υποτίθεται ότι τα μεγάφωνα καλούν τους φυλακισμένους λέγοντας «παρακαλούμε τον κύριο τάδε…». Και συμπληρώνουν: «Χαρακτηριστικόν επίσης της ευγενείας, η οποία επικρατεί εις το στρατόπεδον είναι ότι το ότι, εφόσον κληθούν κρατούμενοι δι’ υποθέσεις των εις τας αρμοδίας υπηρεσίας, ουδέποτε ίστανται ορθοί κατά το διάστημα της εκεί παραμονής των. Πάντοτε τους προσφέρεται κάθισμα». Μόνο ένα παράπονο άκουσαν από τους 2.000 κρατούμενους. Ήταν η διαμαρτυρία της βουλευτού της ΕΔΑ Μαρίας Καραγιώργη, για την προμήθεια κάποιων ειδών. Ο διοικητής του στρατοπέδου έσπευσε να καθησυχάσει τους δαιμόνιους ρεπόρτερ. Κατ’ αυτόν οι κρατούμενες ζητούσαν «εσώρουχα μαύρου χρώματος με δαντέλα, μπικίνι, μπικουτί, ρόλεϊ και λακ για τα μαλλιά, μαγιό ‘ντε πιες’, λάδι ηλίου διαφορετικής μάρκας από το της καντίνας και άλλα παρόμοια».

Αυτή υπήρξε η μοναδική «δημοσιογραφική» μαρτυρία για τη Γυάρο. Φωτογραφίες του νησιού και των συνθηκών δεν τραβήχτηκαν ποτέ. Έτσι εκτός από τις προσωπικές μαρτυρίες και τα χάσκοντα λείψανα των κτιρίων, δεν θα γνωρίσουμε ποτέ το φρικτό πρόσωπο της Γυάρου, που κρύβονταν επί επτά ματωμένα χρόνια πίσω από το προσωπείο της Χούντας.

Ο Νίκος Διαμάντης δεν επέστρεψε ποτέ στο σπίτι του. Πέθανε στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός σε ένα ράντζο, αφού λόγω φρονημάτων δεν του έδιναν θέση στην εντατική. Το όνομά του ακούγονταν συχνά από το ράδιο Μόσχα ανάμεσα σε αυτά των όσων ήταν ετοιμοθάνατοι στην Γυάρο.


Ενα βιβλίο πού αξίζει τόν κόπο να διαβάσετε

Τούτο το βιβλίο δεν είναι λογοτεχνικό κείμενο, απλώς είναι μια προσπάθεια να δοθούν μια σειρά εικόνες από το τρομερό Μακρονήσι. Διαβάζοντάς το θα δεις μέχρι που μπορεί να φτάσει η ανθρώπινη αποχτήνωση -η βαρβαρότητα, αλλά και σε ποιο ύψος μπορεί ν’ ανέβει η ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Πρόθεση του συγγραφέα δεν είναι να καταγγείλει πρόσωπα, ούτε και να παρουσιάσει άτομα ως ήρωες.
Το έγκλημα ως έγκλημα θέλει να μαστιγώσει. Γιατί πιστεύει πως τα τωρινά φρικιαστικά εγκλήματα που διαπράχτηκαν στα σκοτεινά μπουντρούμια της ασφάλειας και της Ε.Σ.Α. στην περίοδο της φασιστικής επταετίας, έχουν τη ρίζα τους στο Μακρονήσι. Κι ακόμα πιο πίσω, στη Μεταξική και στη Χιτλερική περίοδο.
Αν οι εγκληματίες είχαν τιμωρηθεί τότε, ασφαλώς δεν θα είχαμε τα τωρινά εγκλήματα.
Από τις σελίδες του η νεολαία δεν παρακολουθεί μόνο, μ’ αίσθημα φρίκης, τη στυγερότητα της άρχουσας τάξης, που προσπαθεί -χρησιμοποιώντας τα πιο απάνθρωπα και τα πιο σατανικά μέσα- να ποδοπατήσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, αλλά και το ανείπωτο μεγαλείο του αληθινού αγωνιστή, που ενώ έχει συνειδητοποιήσει πως ελάχιστες ελπίδες επιβίωσης υπάρχουν σ’ αυτόν τον φρικαλέο τόπο, πασκίζει με την ανθρώπινη και παληκαρίσια συμπεριφορά του να κρατήσει τους συναδέλφους του στο επίπεδο του ανθρώπου.

Πηγές:

tvxs

skroutz.gr/books

abettergreece

kokkinosfakelos

μέσω:liberation14.wordpress.com


λέξεις κλειδιά:

ένα σχόλιο

αφήστε το σχόλιό σας

κατηγορίες