Παρακολουθώ τις δημόσιες παρεμβάσεις του Σταύρου Ζουμπουλάκη, συνήθως με τη μορφή μικρών άρθρων, από τη δεκαετία του 1990. Διάσπαρτα σε εφημερίδες και περιοδικά (τα τελευταία χρόνια κυρίως στη Νέα Εστία), τα περισσότερα μπορεί να τα βρει κανείς σήμερα συγκεντρωμένα στους τόμους Ο Θεός στην πόλη (2002), Στη σκηνή του κόσμου (2007) και Χριστιανοί στο δημόσιο χώρο (2010) — και οι τρεις από τις εκδόσεις του Βιβλιοπωλείου της «Εστίας». Πολλά μαθαίνει, πιστεύω, ο αναγνώστης, και πολλά έμαθα κι εγώ, μελετώντας τα κείμενα αυτά. Εκτός από τον πλούτο των ιδεών, την τεκμηριωμένη γραφή και την καλλιέπεια, το γνώρισμά τους που θα ξεχώριζα είναι η παρρησία και η στοχαστική τοποθέτηση στα επίκαιρα και φλέγοντα: στοχαστική και νηφάλια, αλλά διόλου χλιαρή· αντιθέτως, μαχητική, ταγμένη στην αγωνιώδη αναζήτηση του συντάκτη τους για το δίκιο — χαρακτηριστικά που συναντάμε και στο τελευταίο του βιβλίο, την Ανίερη συγκυβέρνηση (εκδ. Πόλις), με θέμα την ελληνική κρίση και τη συμμετοχή του ΛΑΟΣ στην κυβέρνηση.
Λέω, εξαρχής, ότι ενώ η Ανίερη συγκυβέρνηση είναι ένα δοκίμιο με το οποίο έχω σοβαρές διαφωνίες, ταυτόχρονα αποτελεί το βιβλίο του Ζουμπουλάκη που θαυμάζω –για να μην πω ζηλεύω– περισσότερο. Και το θαυμάζω, γιατί αυτό το μικρό βιβλιαράκι, των 39 μόλις σελίδων, συνιστά ένα μεγάλο πολιτικό και ηθικό τόλμημα. Δεν χρειάζεται να το παρουσιάσω· το κάνει αναλυτικά ο Μιχάλης Πάγκαλος, στην προηγούμενη σελίδα. Μπαίνω κατευθείαν στην ουσία.
Το εκλέξασθαι υπόθεσιν καλήν, ως γνωστόν, ήδη από την εποχή του Διονυσίου του Αλικαρνασσέως, υπήρξε βασικό συστατικό κάθε συγγραφής. H πρώτη αρετή του βιβλίου είναι ακριβώς αυτή: η επιλογή του θέματος. Ο Στ. Ζουμπουλάκης δεν κλήθηκε να μιλήσει με θέμα την ακροδεξιά, ως «ακροδεξιολόγος», για τον ρατσισμό ή τον αντισημιτισμό στη χώρα μας κλπ. Κάθε άλλο. Η διάλεξη της 16.11 (της οποίας το κείμενο απαρτίζει και το βιβλίο), είχε τίτλο «Αναλύσεις, ελπίδες και προκλήσεις στη σημερινή Ελλάδα». Όταν σε καλούν να μιλήσεις για ένα τέτοιο θέμα, μπορείς να πεις οτιδήποτε, από αβλαβείς γενικότητες μέχρι πολύ καίρια πράγματα, σίγουρα όμως δεν είσαι υποχρεωμένος να μιλήσεις για την ακροδεξιά.
Ο Ζουμπουλάκης λοιπόν, αφού αναπτύξει τις απόψεις του για τη διεθνή και την ελληνική κρίση, επιλέγει να αφιερώσει τη μισή διάλεξη (και τον τίτλο του βιβλίου) στην «ανίερη συγκυβέρνηση», τη συμμετοχή του ΛΑΟΣ στην εξουσία. Εδώ έγκειται και η ευστοχία και η τόλμη του: θεωρεί βασικό ζήτημα, έκφανση της ελληνικής κρίσης, και εξέλιξη στην οποία πρέπει να αντιπαρατεθούμε μετωπικά τη συμμετοχή του ΛΑΟΣ στην κυβέρνηση, καθώς, όπως εξηγεί, «αν υπάρχει μια πραγματικά κόκκινη γραμμή, αυτή είναι η ακροδεξιά ιδεολογία και ο αντισημιτισμός».
Δεν είναι καθόλου δεδομένο. Ούτε εύκολο. Την ίδια στιγμή που κορυφαίοι μελετητές της ακροδεξιάς στην Ελλάδα, όπως η Βασιλική Γεωργιάδου, αξιολογούν, φαίνεται, ως παντελώς ασήμαντη τη συμμετοχή του ΛΑΟΣ στην κυβέρνηση (πιστεύοντας ότι το πρόβλημα έγκειται στο «να αφήσουμε την κυβέρνηση να κάνει τη δουλειά της») ή άνθρωποι-σύμβολα του εκδημοκρατισμού, των θεσμών και των δικαιωμάτων σε όλη τη μεταπολίτευση, όπως ο Νίκος Αλιβιζάτος την προσπερνούν με μία φράση (σε άρθρο του στην Καθημερινή, στις 15.1., με θέμα την κυβέρνηση Παπαδήμου, το μόνο που λέει είναι: «με διόλου αμελητέο κόστος τη συμμετοχή στην κυβέρνηση εκπροσώπων του ΛΑΟΣ, απετράπη το μοιραίο. Δηλαδή η άτακτη χρεοκοπία»), ο Ζουμπουλάκης το ανάγει σε κεντρικό θέμα.
***
Μίλησα πριν για διαφωνίες μου. Σημειώνω επιγραμματικά δύο. Πρώτον, στην άποψη ότι η ανομία εν γένει είναι βασικό χαρακτηριστικό της σημερινής ελληνικής κοινωνίας, καθώς και ότι οι «εθιμικά επαναλαμβανόμενες» σχολικές καταλήψεις αποτελούν έκφανση αυτής της ανομίας: αν μη τι άλλο, νομίζω ότι μια τέτοια προσέγγιση μας δυσκολεύει να καταλάβουμε τι γίνεται στην ελληνική κοινωνία, στα σχολεία, στα μυαλά και τις ψυχές των μαθητών. Δεύτερον, στην άποψη ότι η Αριστερά της «ανευθυνότητας» (κυρίως ο ΣΥΡΙΖΑ) ευθύνεται και αυτή για την άνοδο της ακροδεξιάς, καθώς «άφησε το πεδίο ελεύθερο στον αντίπαλο, στον ΛΑΟΣ, να εμφανίζεται ως δύναμη εθνικής ευθύνης και σύνεσης». Ή, επίσης, ότι η Αριστερά, θεωρώντας ότι «κάθε λόγος ελέγχου της παράνομης μετανάστευσης στη χώρα, κάθε λόγος περί ασφάλειας και νομιμότητας στις πόλεις ισοδυναμεί με αστυνομική καταστολή, άφησε τα δύο κρίσιμα ζητήματα, το μεταναστευτικό και την ασφάλεια, στα χέρια του ΛΑΟΣ». Πιστεύω μάλλον το αντίθετο: ότι χωρίς την Αριστερά τα πράγματα θα ήταν πολύ χειρότερα ως προς την παρουσία της ακροδεξιάς, ότι στο μεταναστευτικό η στάση της Αριστεράς (από τις δικαιωματικές τοποθετήσεις μέχρι τα αντιρατσιστικά φεστιβάλ ή τα «σχολεία» μεταναστών) είχε ανυπολόγιστη ηθική αξία (την εποχή της αλβανοφοβίας λ.χ.), αλλά και πολιτική σημασία, καθώς (με πολλές αδυναμίες, ακατέργαστα έστω), θέλησε όμως να μην κλείσει τα μάτια στο μαζικό αυτό φαινόμενο, που σφράγισε την ελληνική κοινωνία τις τελευταίες δεκαετίες.
Υπόσχομαι να επανέλθω, και επειδή πιστεύω ότι η συζήτηση των διαφωνιών –και όχι οι κούφιοι έπαινοι– αποτελεί ουσιαστικό δείγμα σεβασμού του συνομιλητή, αλλά και επειδή το ζήτημα παρουσιάζει πολιτικό ενδιαφέρον. Για να παραμείνουμε σήμερα στο βιβλίο, το γεγονός ότι ο Ζουμπουλάκης, ενώ αξιολογεί την ανομία ως κύριο πρόβλημα, θεωρεί τον Παπαδήμο σοβαρό άνθρωπο και δεν εύχεται την αποτυχία της κυβέρνησής του, επιλέγει, παρά ταύτα, να αναδείξει σε κεντρικό θέμα την αντίθεσή του στο ΛΑΟΣ κάνει ακόμα σημαντικότερο, για μένα, το διάβημά του. Γιατί δεν θα ήταν δύσκολο μέσα σε όλα αυτά, να θεωρήσει κι εκείνος τη συμμετοχή του ΛΑΟΣ στην κυβέρνηση «παρωνυχίδα».
Ας το σκεφτούμε: Γιατί όλη αυτή η σιωπή, αν εξαιρέσουμε πολύ λίγες φωνές, για τη συμμετοχή της ακροδεξιάς στην κυβέρνηση; (Παρεμπιπτόντως, και το γεγονός ότι το βιβλίο του Ζουμπουλάκη –παρότι γραμμένο από ένα διανοούμενο πρώτης γραμμής, στην καρδιά της επικαιρότητας, μικρό και εύληπτο– πέρασε σχεδόν απαρατήρητο είναι ενδεικτικό γι’ αυτό το κύμα σιωπής). Γιατί λοιπόν σιώπησαν τόσες φιλελεύθερες και προοδευτικές φωνές, γιατί στόμωσαν τόσα δημοκρατικά στόματα, τόσοι και τόσοι που τα προηγούμενα χρόνια ξιφουλκούσαν ενάντια στον ρατσισμό, τη μισαλλοδοξία, τον εθνικισμό, όλα αυτά που συμπυκνώνει δηλαδή το ΛΑΟΣ; Και οι υπερασπιστές των θεσμών και του πολιτεύματος, δεν θα έπρεπε κι αυτοί να έχουν χάσει τον ύπνο τους με την ακροδεξιά συγκυβέρνηση; Άραγε, γίναν αίφνης φίλοι ή «συμπαθούντες» του ΛΑΟΣ, «αλλαξοπίστησαν» εν μια νυκτί; Μάλλον απίθανο· «απλώς», ακολουθούν και αυτοί, όπως και τόσοι άλλοι, το παμπάλαιο «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Αφού ο υπέρτατος σκοπός είναι η συναίνεση, άνευ όρων και ορίων, για τη σωτηρία της “πατρίδας”, η συμμετοχή του ΛΑΟΣ καταντά ασήμαντη υποσημείωση…
«Η δική μας κοινή λογική και σύνεση λέει άλλα, λέει ότι δεν συνεργαζόμαστε ΠΟΤΕ με ρατσιστές, αντισημίτες, φιλοχουντικούς, φιλοχιτλερικούς, με όσους μισούν τους μετανάστες, τους Τούρκους, τους ομοφυλόφιλους, τους Εβραίους, όσους θεωρούν το Άουσβιτς μύθο, που δέχονται τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών ως γνήσια και αληθινά. Όλα αυτά και άλλα πολλά τα έχουν κατά καιρούς υποστηρίξει ο Καρατζαφέρης και οι άνθρωποί του», γράφει ο Ζουμπουλάκης. Το συνυπογράφω ανεπιφύλακτα, θεωρώντας ότι μπορεί να αποτελέσει μια μίνιμουμ βάση συμφωνίας. Για όσους και όσες αξιολογούν τη συμμετοχή της ακροδεξιάς στην κυβέρνηση και το ξέπλυμά της ως μείζον πολιτικό και αξιακό ζήτημα, για όσους και όσες θεωρούμε ότι πρόκειται για μια μάχη που πρέπει να δώσουμε ολόψυχα, με όλες μας τις δυνάμεις.
Πηγη:http://enthemata.wordpress.com/2012/01/22/bournazos-21/



πρόσφατα σχόλια